Page images


*Ήλθομεν εις ένα χώρον, όχλος δ' αμφίστατο πουλος,

ουδ' άρ' έφην πελάσαι Δάμον εμείο θέλειν" αλλ' ο μεν ήλθε πέλας, πνεύσαι δ' εγώ ούκ εδυνήθην,

Δάμονος οφθαλμών εις εμέ πηγνυμένων. είπε δ' έπος, μάλα τι ψυχρόν, χείλει δέ τις άκρω

κούφος επήν, όσσω δ' ουκ ένέλαμπε γέλως έγνων δ' όσσον άχος πραπίδων εντοσθε πίεζεν,

ως αφίει τρομερώς την βαρύφωνον όπα. αυταρ έγώγ' εφόρουν περί σώματι νυμφικόν είμα,

δεσποσύνης ουδέν λευκότερον χροΐης, ήσαν δ' εν πλοκάμοισι λίθοι, περικαλλές άγαλμα,

λαμπρόν ιδείν, κραδίη δ' ου μάλ' άρεσκεν έμή και μ' ονόμασσεν ανήρ, γαμετην δε κάλεσσε γυναίκα

έκ σέθεν, ώ μητερ, πάν τόδ' όρωρε κακόν.

And once again we met,
And a fair girl was near him;
He smiled and whisper'd low,
As I once used to hear him :

She leant



arm ; Once 'twas mine and mine only : I wept, for I deserved To feel wretched and lonely.

And she shall be his bride;
At the altar he'll give her
The love that is too true

For a heartless deceiver:

The world may think me gay,
For my feelings I smother :
Oh ! thou hast been the cause
Of this anguish, my mother.

δεύτερον αλλήλοις συνεκύρσαμεν, ίστατο δ' εγγύς

ήιθέου καλην όψιν έχουσα κόρη, την βλέπε μειδιόων, ψιθύριζε δε μείλικ εν ώσιν,

ολα ποτε γλυκερώς έψιθύριζεν εμοί: ανδρός δ' ουκ άέκουσα βραχίονος είχετο κούρη

φεύ, φεύ πριν έμος ήν ούτος, έμός γε μόνης" και τότ' απ' οφθαλμών δάκρυ μου ρέεν ήν γάρ έρημος,

ήν άθλίη, λυγρής είνεκ' ατασθαλίης. τω ζεύξει μακάριστος Ύμην, ο δε την επί βωμον

χειρος άγων φιλίης όρκια πιστά τεμεί, άϊδίου φιλίης, της ου θέμις έστ' απολαύσαι

ψεύδορκον νύμφην ή φίλον άνδρα προδώ: είμι δ' εγώ φαιδρωπός ιδείν τα γάρ άλγεα κρύπτω.

μήτερ έμή κάκοφρον, σή μ' άπόλεσσε τέχνη.


When he who adores thee has left but the name

Of his fault and his sorrows behind, Oh say, wilt thou weep, when they darken the fame

Of a life that for thee was resign'd ?

Yes, weep; and however my foes may condemn,

Thy tears shall efface the decree :
For heaven can witness, though guilty to them,

I have been but too faithful to thee.

With thee were the dreams of my earliest love;

Every thought of my reason was thine :
In the last humble prayer to the Spirit above,

Thy name shall be mingled with mine.

Oh, blest are the lovers and friends who shall live

The days of thy glory to see : But the next dearest blessing that Heaven can give

Is the pride of thus dying for thee.


Cum sceleris titulos et fati præter acerbi

Nil tibi de fido cive superstes erit,
Tune dabis lachrymas, quod me convicia lædant,

Qui tibi do vitam, terra paterna, meam ?

Sis tu flere memor! tunc, si maledixerit hostis,

Delebunt lachrymæ tristia probra tuæ : Testor enim coelum ; quanquam illi justa querela est,

Te nimiâ tantum dicar amâsse fide.

Prima mihi puero arrisit tua dulcis imago,

Unica tu mentis cura virilis eras :
Et Domino moriens cum verba precantia fundam,

Juncta meum nomen vota tuumque ferent.

Felix, quisquis erit tibi sospes amicus, Ierne,

Promissum fatis cum feret hora decus : Carus at hic coelo, vix illi sorte secundus,

Cui licuit pro te sic statuisse mori.

« PreviousContinue »