Page images

Fill high the bowl with Samian wine,

Our virgins dance beneath the shadeI see their glorious black eyes shine ;

But gazing on each glowing maid, My own the burning tear-drop laves,

To think such breasts must suckle slaves.

Place me on Sunium's marble steep,

Where nothing, save the waves and I, May hear our mutual murmurs sweep ;

There, swan-like, let me sing and die : A land of slaves shall ne'er be mine

Dash down yon cup of Samian wine !

ά μάται' ονείρατα' τίς γαρ ανήρ φαίνεται Πάτμου κατ' έρημον άλσος; όλβιος δή τις περί δ' οι πρόσωπον

ίσταται αστήρι

προπρό δ' οφθαλμών μέγα φάσμόρωρεν ήνι, χρυσαϊς λαμπάσιν έμπρέπει Τις χαλκόπους, πυρωπός, έχει δ' άρ' ώρα

νολο και αδου

έν χερούν κλαΐδας όρημ', όρημι παμφαές Πατρός σέβας, ίρισίν τε τον θρόνον στίλβοντα' κλύω, κλύω σάλ

πιγγος αύταν

άσχετον τρέμ' ώρανός, έτρεμαιθήρ, και θάλασσα συντεταραγμένα, γα δ' ερράγη βροντησι διαμπερές. θαυ


καρδίαις πιστών θεός' αλλά νύν μοι χαιρέτως πάντ' έσσεται, είτε θνατούς λάμψεται το κύριον υψόθεν τε

λεσφόρον αμαρ.



Hear, all ye angels, progeny of light,
Thrones, dominations, princedoms, virtues, powers,


my decree,

decree, which unrevoked shall stand. This day I have begot, whom I declare

My only Son, and on this holy hill
Him have anointed, whom ye now behold
At my right hand; your head I him appoint;
And by myself have sworn; to him shall bow
All knees in heaven, and shall confess him Lord :
Under his great vicegerent reign abide
United, as one individual soul,
For ever happy: him who disobeys,
Me disobeys, breaks union, and that day,
Cast out from God and blessed vision, falls
Into utter darkness, deep ingulf’d, his place
Ordain’d without redemption, without end.


Κλυτέ μεν, ουράνιοι, φωτός γένος αιθερίοιο,
Κουρανίαι, δυνάμεις τε, θρόνοι τ', αρεταί τε, κράτη τε,
Κλυτε θεού βούλευμα, το και τετελεσμένον έσται.
Σήμερον εξ ημών φύεται, τον Παϊδ' ονομάζω,
Μούνoν Παϊδαγαπητόν έχρισα δέ μιν κατά κλιτύν
Τήνδ' ιερήν δν εμοίχε παρήμενον εισoράασθε
Δεξιτερή τούτον δ' υμίν άρχοντ' επέθηκα
Και κεφαλή κατένευσ' επί δε μέγαν όρκον όμoσσα.
Τούτον γουνυπετείς πάντων γένος ουρανιώνων
Υμνήσουσιν άνακτα πατρός δ' αρχήν διέποντι
Πειθόμενοι, μάκαρες και όμοιοι πάντες έσονται,
Ως μία τις ψυχής δυσδαίμων δ' ός κ' απίθηται
Κείνος έμοι μάχεται, θείην θ' ομόνοιαν ατίζει
Και μάλα τούτο κατ' ήμαρ εμού τ' άπο και μακαριτών
Νόσφιν απορριφθείς, υπό τάρταρον είσιν άπειρον
Εις βάθεα σκοτόεντα, και αυτόθι δώμα κιχήσει
Μόρσιμον' ουδ' έκ τώνδε λύσις πέλετ' ουδε τελευτή,


Here is verdure and bloom on the bush and the tree,

And many a flower sweetly blows : But one is the dearest of all to me;

'Tis the joy of my heart, 'tis the Rose. The snowdrop is fair, and the pansies are gay,

The daisy with smile cheers the ground; And sweet in the bush is the white-thorn of May,

And woodbine that clusters around :
But the flower of my soul hath a lustre more bright,

And a loveliness deeper than those ;
The pride of the garden, the summer's delight,

Oh ! the queen of them all is the Rose.

The lily with grace doth her petals unfold,

The tulip with rich scarlet glows, The daffodil wears a mantle of gold,

But all these must yield to the Rose.

« PreviousContinue »