Page images
PDF
EPUB

TRANSLATION. A Russian, Englishnan, and Frenchman making

the tour of Greece, and observing the miserable state of the country, interrogate, in turn, a Greek Patriot, to learn the cause; afterwards an Archbishop, then a Vlackbey *), a Merchant,

and Cogia Bachi or Primate. Thou friend of thy country! to strangers record Why bear ye the yoke of the Ottoman Lord ? Why bear ye these fetters thus tamely display'd, The wrongs of the matron, the stripling, and maid ? The descendants of Hellas's race are not ye! The patriot sons of the sage and the free, Thus sprung from the blood of the noble and brave, To vilely exist as the Mussulman slave! Not such were the fathers your annals can boast. Who conquer'd and died for the freedom you lost! Not such was your land in her earlier hour, The day star of nations in wisdom and power! And still will you thus unresisting increase, Oh shameful dishonour! the darkness of Greece? Then tell us, beloved Achaean! reveal The cruse of the woes which you cannot conceal.

The reply of the Philellenist I have not trans. lated, as it is no better than the question of the travelling triumvirate; and the above will suffi. ciently show with what kind of composition the Greeks are now satisfied. I trust I have not much injnred the original in the few lines given as faithfully, and as near the “Oh, Miss Bailey! unfor. tunate Miss Bailey!» measure of the Romaic, as I could make them. Almost all their pieces, above a song, which aspire to the name of poetry, contain exactly the quantity of feet of "A captain bold of Halifax who lived in country

quarters. » which is in fact the present heroic couplet of the Romaic.

*) Vlackbey, Prince of Wallachia.

SCENE FROM Ο ΚΑΦΕΝΕΣ. TRANSLATED FROM THE ITALIAN OF GOL DONI, BY SPERIDION VLANTI.

ΣΚΗΝΗ κ. ΠΛΑΤΖΙΔΑ εις την πόρταν του χανιού,

και οι ανωθεν. ΠΛΑ. Ω Θεέ! από το παραθύρι μου εφάνη να ακούσω την φωνήν του ανδρός μου αν αυτός είναι εδώ, εδώ, έφθασα σε καιρόν να τον ξεντροπιάσω. [Ευγαίνει ένας δούλος από το εργαστήρι.] Παλικάριπές μου σε παρακαλώ ποιος είναι εκεί εις εκείνους τους οντάδες και

ΔΟΥΛ. Τρείς χρήσιμοι άνδρες. "Ενας ο κυρ Ευγένιος, ο άλλος ο κυρ Μάρτιος Ναπολιτάνος, και ο τρίτος ο Κυρ Κόντε Λέανδρος 'Αρδέντης.

ΠΛΑ. (Ανάμεσα εις αυτούς δεν είναι ο Φλαμίνιος, αν όμως δεν άλλαξεν όνομα.)

ΛΕΑ. Να ζη η καλή τύχη του κυρ Ευγενίου. [Πίνωντας.] ΟΛ01. Να ζή, να ξη,

ΠΛΑ. (Αυτός είναι ο άνδρας μου χωρίς άλλο.) Καλε άνθρωπε κάμε μου την χαρίν να με συντροφεύσης απάνω εις αυτούς τους αφεντάδες, όπου θέλω να τους παίξω μίαν. [Προς τον δούλον.]

ΔΟΥ. Ορισμός σας (ουνηθισμένος όφφίκιον των δουλευτών.) [Την εμπάζει από το εργαστήρι του παιχνιδιού.]

[Προς την

ΡΙΔ. Καρδια, καρδιά, κάμετε καλήν καρδιαν, δεν είναι τίποτες. Βιττόριαν.]

ΒΙΤ. Εγώ αισθάνομαι πως απεθαίνω. [Συνέρχεται εις τον εαυτόν της.] [Από τα παράθυρα των οντάδων φαι

νονται όλοι, όπου σηκόνωνται απο
το τραπέζι συγχισμένοι, δια τον ξαφ-
νισμών του Λεάνδρου βλέπωντας την
Πλάτζιδα, και διατί αυτός δείχνει

πως θέλει να την φονεύση.]
ΕΥΓ. Όχι, σταθήτε.
ΜΑΡ. Μην κάμνετε,
ΛΕΑ. Σίκω, φύγε απ' εδώ.

ΠΛΑ. Βοήθεια, βοήθεια. [Φεύγει από την σκάλαν, ο Λέανδρος θέλει να την ακολουθήση με το σπαθί, και ο Ευγ. τον βαστα.)

ΤΡΑ. [Με ένα πιάτο με φαγί εις μίαν πετζέτα πηδά από το παραθύρι, και φευγει εις τον καφενέ.]

ΠΛΑ. [Ευγαίνει από το εργαστήρι του «παιγνιδιού τρέχωντας, και φεύγει εις το χάνι.]

ΕΥΓ. [Με άρματα εις το χέρι προς διαφέντευσιν της Πλάτζιδας, εναντίον του Λεάνδρου, όπώ την κατατρέχει.]

ΜΑΡ. [Ευγαίνει και αυτός σιγα σιγα από το εργαστήρι, και φεύγει λέγωντας.] Rumores fuge. [Ρουμόρες φούγε.]*) *) Λόγος λατινικός, όπου θέλει να είπή.

φευγε ταϊς σύγχισες.

Οι Δούλοι. ['Από το εργαστήρι απερνουν εις το χάνι, και κλειoυν την πόρταν.]

ΒΙΤ. [Μένει εις τον καφενέ βοηθημένη από τον Ριδόλφον.]

ΛΕΑ. Δόσετε τόπον. θέλωρινα έμβω να έμβω εις εκείνο το χάνι. [ Με το σπαθί εις το χέ. εναντίον του Ευγενίου.]

ΕΥΓ. Όχι, μη γένοιτο ποτέείσαι ένας σληρόκαρδος εναντίον της γυναικός σου, και εγώ θέλει την διαφεντεύσω ως εις το ύστερον αίμα.

ΛΕΑ. Σου κάμνω όρκον πώς θέλει το μετανοιώσης. [Κινηγα τον Ευγένιον με το σπαθί.]

ΕΥΓ. Δεν σε φοβούμαι. [Κατατρέχει τον Λέανδρον, και τον βιάζει να συρθή οπίσω τόσον, όπου ευρίσκωντας ανοικτον το σπίτι της χορεύτριας, έμβαίνει εις αυτό, και σώνεται.

TRANSLATION. Platzida from the Door of the Hotel, and the others.

Pla. Oh God! from the window it seemed that I heard my husband's voice. If he is here, I have arrived in time to make him ashamed. [A Ser. vant enters from the Shop.] Boy, tell me, pray, who are in those chambers.

Serv. Tliree gentlemen: one, Signor Eugenio; the other, Signor Martio, the Neapolitan; and the third, my Lord, the Count Leander Ardénti.

Pla. Flaminio is not amongst these, unless he has changed his name. .

Leander. [Within drinking.] Long live the good fortune of Signor Eugenio.

(The whole Company, Long live, etc.) (Literally, Nà m, m, May he live.)

Pla. Without doubt that is my husband. [To the Serv.] My good man, do me the favour to accompany me above to those gentlemen : I have some business.

Serv. At your commands. [Aside.] The old office of us waiters. [He goes out of the GamingHouse.]

Ridolpho. [To Victoria on another part of the stage.]. Courage, courage, be of good cheer, it is nothing

Victoria. I feel as if about to die. [Leaning on him as if fainting.] [From the windows above all within are seen

rising from table in confusion: Leander
starts at the sight of Platzida, and appears

by his gestures to threaten her life.]
Eugenio. No, stop-
Martio. Don't attempt –
Leander. Away, fly from hence !

Pla. Help! Help! [Flies down the stairs, Leander attempting to follow with his sword, Eugenio hinders him.]

[Trappola with a plate of meat leaps over the balcony from the window, and runs into the CoffeeHouse.]

[Platzida runs out of the Gaming - House, and takes shelter in the Hotel.]

[Martio steals softly out of the Gaming-House, and goes off, exclaiming, "Rumores fuge. » The Servants from the Gaming-House enter the Hotel, and shut the door.]

[Victoria remains in the Coffee - House assisted by Ridolpho.]

[Leander sword in hand opposite Eugenio exclaims, Give way-I will enter that hotel.] Eugenio. No, that shall never be.

You are a scoundrel to your wife, and I will defend her to the last drop of my blood.

Leander. I will give you cause to repent this. [Menacing with his sword.]

[graphic]
[ocr errors]
« PreviousContinue »